της Γεωργίας Σκονδράνη
Η Ιστορία είναι η επιστήμη που ερευνά το πώς, το πότε, το γιατί συνέβησαν τα ανθρώπινα πράγματα όπως συνέβησαν κατά το παρελθόν. Όλα αυτά συνιστούν την ατρέκεια, δηλαδή την πραγματική εξέλιξη των συμβάντων. Όμως ο απώτερος σκοπός όλης αυτής της ενασχόλησης είναι τελικώς η αλήθεια, το να μην αφήσουμε δηλαδή να βυθιστούν στη λήθη οι μνήμες του παρελθόντος. Η Ιστορία είναι για μια κοινωνία ό,τι η συνείδηση για τον άνθρωπο.
Για να πετύχει τους στόχους της, η Ιστορία καταφεύγει στη μελέτη των πηγών του παρελθόντος, δηλαδή όλων των υλικών καταλοίπων που έφτασαν (σε όποια κατάσταση έφτασαν) μέχρι τις μέρες μας. Τέτοιες πηγές είναι για παράδειγμα τα κτίσματα και τα έργα τέχνης του παρελθόντος, οι αλυσίδες ενός σκλάβου, τα οστά ενός νεκρού, ένα νόμισμα, ένα περίτεχνο αγγείο ή ένα ταπεινό τσουκάλι, ένα κείμενο του Ηροδότου και μια επιτύμβια επιγραφή, αλλά και ένα δημοτικό τραγούδι ή μια παροιμία κι ένα τοπωνύμιο που φανερώνει πως αυτός ή εκείνος ο τόπος είχε κάποτε κατοικηθεί από έναν λαό που ομιλούσε μια συγκεκριμένη γλώσσα κι ονοματοδοτούσε σ' αυτή τη γλώσσα τους τόπους της ζωής και της εργασίας του.
Αυτή η εισαγωγή ήταν απαραίτητη για να εισέλθω με εξαιρετική προσοχή, όπως ένας ντιλετάντε αρχαιολόγος ή ένας φιλότιμος ιστοριοδίφης, στο ευαίσθητο επιστημονικά θέμα των ημερών μας εδώ στη μακεδονική γη, που προέκυψε σχετικά με τις ανασκαφές στη θέση Καστά της Αμφίπολης Σερρών και τις εικασίες για τον τάφο που μπορεί να περικλείει ο μνημειακός περίβολος των περίπου 500 μέτρων μήκους, εκ των οποίων έχουν έλθει στο φως κάτι παραπάνω από 400 μέτρα. Τις αρχαιολογικές λεπτομέρειες του μνημείου που είναι έως τώρα γνωστές θα τις βρείτε εύκολα ήδη στο Διαδίκτυο.
Είναι άραγε ή δεν είναι ο τάφος αυτός του Αλεξάνδρου του Μεγάλου, του σπουδαιότερου στρατηλάτη της ανθρώπινης ιστορίας, αφού δεν κατάκτησε μόνο πόλεις κι εδάφη αλλά καί τις καρδιές όλων των λαών από τις χώρες των οποίων πέρασε, επιβιώνοντας στους λαϊκούς μύθους τους ως δικός τους ήρωας μέχρι σήμερα, κι ας ήταν ξένος.
Λοιπόν, μέχρι να μάθουμε τι τρέχει βάσει του αρχαιολογικού υλικού της συγκεκριμένης ανασκαφής κατά τη μελλοντική του δημοσίευση και τη συζήτηση που θα ακολουθήσει από την επιστημονική κοινότητα, απομένουν προς εξέταση οι μαρτυρίες των συγγραφέων της Αρχαιότητας για την ταφή του Αλέξανδρου, αυτές που αποκαλούμε αφηγηματικές πηγές, γιατί πολύ απλά μας αφηγούνται ιστορίες. Είναι πάντοτε αξιόπιστες τέτοιες πηγές; Γενικά, όπως και κάθε πηγή, οφείλουμε να τις εξετάζουμε κριτικά, γιατί δεν είχαν συγγραφεί για να απαντήσουν σε κάθε σημερινό μας ερώτημα—εκτός αν μάθουμε να τα θέτουμε με έξυπνο τρόπο αυτά τα ερωτήματα—αλλά για να μας διηγηθούν μια συναρπαστική ιστορία κατά τις προτεραιότητες του εκάστοτε συγγραφέα. Άλλοτε υπερβάλλουν, άλλοτε συσκοτίζουν ή αποσιωπούν στοιχεία, άλλοτε πάλι είναι αντικειμενικές όσο πολλοί δημοσιογράφοι στις μέρες μας θα ζήλευαν.
Τι ξέρουμε για το θάνατο και την ταφή του Αλεξάνδρου από τις αφηγηματικές πηγές;
Ο βασιλεύς πέθανε στη Βαβυλώνα τον Ιούνιο του 323 π.Χ. και παρέμεινε ταριχευμένος μέσα σε χρυσή λάρνακα για κάτι λιγότερο από δυο χρόνια, μέχρι να κατασκευαστεί μια λαμπρή χρυσοποίκιλτη αρμάμαξα άξια ενός Μεγάλου Βασιλέως, που θα την έσερναν εκατό άλογα για τη μεταφορά της στον τελικό τόπο ταφής. Την απόφαση αυτή είχαν λάβει γύρω απ' τη νεκρική του κλίνη σε συνέλευση οι εταίροι και σωματοφύλακες Αριστόνους, Αριδαίος, Λεοννάτος, Περδίκκας, Πείθων, και Πτολεμαίος. Όποιος τους γνώριζε ελάχιστα, ήξερε ότι οι στρατηγοί αυτοί δεν αστειεύονταν και η διαπραγμάτευση θα πρέπει να ήταν σκληρή, καθώς ο καθένας είχε στο μυαλό του το πού θα τον εύρισκε η επόμενη μέρα.
Κατόπιν, το καλοκαίρι του 322 π.Χ. ξεκίνησε η μακρά πορεία της αρμάμαξας με τη λάρνακα (Αρριανός, Αιλιανός, Στράβων, Παυσανίας) συνοδεία του Αριδαίου, της Ρωξάνης με το βρέφος Αλέξανδρο Δ΄, πολυάρθιμης φρουράς αλλά και συγκινημένου πλήθους από τη Βαβυλώνα προς τον τόπο όπου φερόταν ο Αλέξανδρος να έχει εκφράσει την επιθυμία να ταφεί. Τις σχετικές μαρτυρίες πως αυτός ο τόπος ήταν το ιερό του Άμμωνος Διός στην Όαση Σίουα της Αιγύπτου μάς παρέχουν ο Διόδωρος Σικελιώτης, ο Ιουστίνος, και ο Κόιντος Κούρτιος Ρούφος, βασιζόμενοι πιθανότατα στον Έλληνα συγγραφέα Κλείταρχο, αν και αμφισβητείται κατά πόσο ο άφωνος και αφασικός κατά τις τελευταίες μέρες του Αλέξανδρος (Πλούταρχος) ήταν σε θέση να έχει εκφράσει τέτοια επιθυμία, μολονότι ασφαλώς η Σίουα είχε συνδεθεί στην ψυχή του με τη γνωστή αποκάλυψη του μαντείου για τη θεϊκή του καταγωγή και φαντάζει για μερικούς ως ελκυστική πιθανότητα. Ο Κλείταρχος όμως είχε ήδη από την αρχαιότητα υποστεί την κριτική των συναδέλφων του για αναξιοπιστία και υπερβολές αποσκοπώντας στη συγγραφή ενός λαϊκού αναγνώσματος για τον Αλέξανδρο. Αντιθέτως, ο Αρριανός κι ο Πλούταρχος παραδίδουν κάμποσες στιγμές εξομολόγησης της επιθυμίας του Αλεξάνδρου να ταφεί στις Αιγές, τη Μακεδονική πρωτεύουσα. Γι' αυτό αλλωστε συχνά γίνεται και ο λόγος για κατοπινή αρπαγή ουσιαστικά της σορού από τον Πτολεμαίο.
Επικεφαλής της πομπής είχε μεν οριστεί ο Αριδαίος κατά τη συνέλευση, αλλά με επιμελητή τον Περδίκκα, τουτέστιν μια δικλείδα ασφαλείας, γιατί φαίνεται πως από την πρώτη στιγμή η τύχη της σορού είχε εξαιρετική σημασία για τους Διαδόχους, καθώς σύμφωνα με προφητεία του μάντη Αριστάνδρου Τελμισσέως η γη που θα τον σκέπαζε θα αποκτούσε κάθε λογής ευημερία. Ο Αριδαίος, σε κρυφή συνεννόηση με τον Πτολεμαίο Α' του Λάγου ξεκίνησε δίχως τη συγκατάθεση του Περδίκκα, κι αυτή η αρχή προοιωνιζόταν τη συνέχεια.
Αριδαίος και Πτολεμαίος συναντήθηκαν στη Δαμασκό της Συρίας και στράφηκαν προς την Αίγυπτο, αλλά, όπως μας πληροφορεί ο Διόδωρος, ο δεύτερος αψηφώντας τις αποφάσεις της συνέλευσης των εταίρων, αποφάσισε την προσωρινή ταφή του σε «επιφανές» μαυσωλείο μέσα στην Αλεξάνδρεια, γιατί μεταξύ μας πού καλύτερα από την ίδια του την έδρα;
Η ταφή έγινε σε κεντρική τοποθεσία εντός της πόλης, στη συνοικία των αριστοκρατών «Βρούχειον» κι έμεινε γνωστή ως «Σήμα» (δηλ. μνήμα) ή «Σώμα» Αλεξάνδρου, όπως μας πληροφορούν ο Αρριανός, ο Στράβων, και ο Δίων ο Κάσσιος, εκεί που συμβάλλονταν η Οδός του Σώματος και η Κανωπική Οδός. Γύρω απ' το Σήμα Αλεξάνδρου έμελλε αργότερα να γίνονται οι βασιλικές ταφές της δυναστείας των Πτολεμαίων, αντλώντας έτσι κύρος από και προσφέροντας πνευματική σύνδεση με τον επιφανέστατο Αλέξανδρο δια του τοπικού τους συσχετισμού, κατά τον ίδιο τρόπο που εδώ στην πόλη μας τη Θεσσαλονίκη οι πρώτοι χριστιανοί φρόντιζαν να ταφούν γύρω από «μαρτύρια» (δηλ. τόπους μαρτυρίου και ταφής μαρτύρων της χριστιανικής πίστεως) και κυριότερα πέριξ του ιερού του Αγίου Δημητρίου.
Τούτη η αλεξανδρινή ταφή στο Σήμα ή Σώμα ίσως να μην έγινε απευθείας κατά την άφιξη στην πτολεμαϊκή πρωτεύουσα, πιθανώς διότι δεν θα ήταν ακόμη έτοιμο το μαυσωλείο, καθώς ο Παυσανίας στα Αττικά του, ο Κούρτιος Ρούφος, ο Ψευδο-Καλλισθένης, και το Πάριον Χρονικόν μας παραδίδουν πως η σορός απετέθη αρχικά στη Μέμφιδα, ιερή αιγυπτιακή πόλη των φαραωνικών χρόνων, απ' όπου αργότερα τη μετέφερε στην Αλεξάνδρεια ο Πτολεμαίος Β' Φιλάδελφος, γιος του Πτολεμαίου Α'.
Ο Καίσαρ και οι άλλοι..
Εκεί στην Αλεξάνδρεια επισκέφτηκε τη σορό του Αλεξάνδρου ο Ιούλιος Καίσαρ, όπως παραδίδει ο Δίων Κάσσιος στη Ρωμαϊκή Ιστορία του, και πολύ αργότερα οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες του β' και γ΄αιώνα μ.Χ. Σεπτίμιος Σεβήρος, ο οποίος καταγόταν από την Αφρική, και Καρακάλλας (το 215 μ.Χ.), γνωστός μεταξύ άλλων από τις Θέρμες του στη Ρώμη. Ο Καρακάλλας ανέθεσε στο Σήμα το ιμάτιο, το δαχτυλίδι και τη ζώνη του.
Έπειτα από τη συντριπτική νίκη που κατήγαγε επί του Μάρκου Αντωνίου και της Κλεοπάτρας Ζ' στο Άκτιο το 31 π.Χ., ο υιοθετημένος γιος του Καίσαρος, Οκταβιανός, μετέπειτα Αύγουστος, επισκέφτηκε κι αυτός το Σήμα Αλεξάνδρου καταθέτοντας στεφάνι στον ένδοξο βασιλέα, περιφρονώντας δε ολοσχερώς τους τάφους των Πτολεμαίων, των οποίων οι βασιλείες κατά τους τελευταίους δύο αιώνες ούτως ή άλλως δεν είχαν αναδείξει παρά μόνον παρακμή και πτώση σύμφωνα με τις ρωμαϊκές πολιτικές και κονωνικές αντιλήψεις και σύμφωνα το νέο πρότυπο που προωθούσε ο Οκταβιανός για τον ίδιο και τη διακυβέρνησή του.
Νωρίτερα, η ίδια η Κλεοπάτρα είχε λεηλατήσει το Σήμα αποσπώντας θησαυρούς για να χρηματοδοτήσει της άστοχη εκστρατεία του Μάρκου Αντωνίου. Ο Οκταβιανός επισκεπτόμενος επανόρθωσε τουλάχιστον συμβολικά τη γενομένη ιεροσυλία.
Οι επισκέψεις των Ρωμαίων αυτοκρατόρων συνεχίστηκαν και εντάσσονταν στην πολιτική προπαγάνδας που συνόδευε τις περιοδείες τους ανά την αυτοκρατορία, κατά την οποία με διάφορες συμβολικές τους κινήσεις ενισχυόταν το προσωπικό τους κύρος και η δημόσια εικόνα τους μέσω του συσχετισμού τους με ένδοξες προσωπικότητες του παρελθόντος, όπως ο Αλέξανδρος.
Κατά την Ύστερη Αρχαιότητα, οι εξάρσεις της βίας μεταξύ των κοινοτήτων της Αλεξάνδρειας (εβραίων, εθνικών, και χριστιανών, σε αλφαβητική σειρά) συντάραξαν την Αιγυπτιακή πρωτεύουσα και διαμόρφωσαν το αστικό της τοπίο, τους συσχετισμούς δυνάμεων και την ταυτότητα της πόλης. Το 391 μ.Χ. στο πλαίσιο μιας τέτοιας έξαρσης συλλογικής αστικής βίας, ένα πλήθος μαινόμενων χριστιανών υπό την καθοδήγηση του Πατριάρχη Θεοφίλου και με την ανοχή του πολιτικού διοικητή Κόμητος Αυγουσταλίου Ρωμανού κατέστρεψε σειρά μνημείων που ανήκαν στην παράδοση και λειτουργία των εθνικών, πλήττοντας καίρια την ισχύ της κοινότητας της αρχαίας θρησκευτικής παράδοσης. Μεταξύ των μνημείων που ισοπεδώθηκαν ή υπέστησαν ανεπανόρθωτες βλάβες ήταν το Σεράπειον, η Βιβλιοθήκη, και το Μουσείον, όπως μας πληροφορεί ο Ευνάπιος. Εκείνο το διάστημα σβήνουν και τα ίχνη του Σήματος, που μέχρι τότε ήταν επισκέψιμο. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος διερωτάται με αυτήν την αφορμή, «δείξτε μου, πού είναι άραγε το μνημείο σήμερα του Αλεξάνδρου και πότε πέθανε;», παραπέμποντας στη φθαρτότητα και το εφήμερο της ανθρώπινης δόξας, μοίρα στην οποία υπόκεινται ακόμη και προσωπικότητες όπως ο Αλέξανδρος, όπως συμμαρτυρεί και μια εικόνα που παριστάνει τον Αββά Σισώη να θρηνεί πάνω από τον τάφο του Αλεξάνδρου για το άστατο του εγκόσμιου χρόνου, το «άστατον του καιρού», και το «πρόσκαιρον της δόξης».
Κομ Ελ Ντεμάς
Έπειτα από την Αραβική κατάκτηση της Αλεξάνδρειας το 641 μ.Χ., η συνοικία άλλαξε όνομα και μάλλον πρόκειται για εκείνη που τελικώς έγινε γνωστή ως Κομ Ελ Ντεμας, Ύψωμα των Σωμάτων, θυμίζοντας την ελληνική λέξη «δέμας» που σημαίνει το σώμα, τοποθεσία όπου βρίσκεται το μουσουλμανικό τέμενος του Τάφου του Προφήτη Δανιήλ, στις υπόγειες σήραγγες του οποίου (μέρος τους σήμερα έχει καταρρεύσει) φημολογείτο ότι μπορούσε κανείς να επισκεφτεί το Μεσαίωνα μια γυάλινη λάρνακα όπου το σώμα ενός νέου ανδρός αιωρείτο μέσα σε μέλι, παραδοσιακό υλικό συντήρησης σορών (όπως και το κερί) στη Μεσοποταμία. Η αντικατάσταση της χρυσής λάρνακας με γυάλινη αποδίδεται στον Πτολεμαίο τον Παρείσακτο (107 π.Χ. – 67 π.Χ.)
Από την αραβική κατάκτηση της Αιγύπτου το 641 μ.Χ. κι εξής διαμορφώθηκε η παράδοση ότι η λάρνακα του Αλεξάνδρου διεσώθη σε κάποιες σήραγγες του τεμένους του Τάφου του Προφήτη Δανιήλ, που όμως, όπως προαναφέρθηκε, σήμερα δεν σώζονται προσβάσιμες. Ανασκαφές το 1956 δεν ανέδειξαν πτολεμαϊκό υπόστρωμα εγγύς του τεμένους, όμως γενικώς το ότι το τέμενος βρίσκεται στη συκεκριμένη θέση δεν επιτρέπει εκτενείς ανασκαφές. Από τους αραβικούς χρόνους επίσης διαθέτουμε αναφορά για τέμενος του Δικέρατου του Κορανίου, του Αλεξάνδρου δηλαδή, σε άλλο σημείο, κοντά σε έξοδο της πόλης και ενός ταφικού βάθρου (θ' και ι' αι. αντίστοιχα).
Κι αν είναι όντως στην Αμφίπολη;
Έκτοτε, έχουν προταθεί θεωρίες σχετικά με πιθανή μυστική μεταφορά της σορού (από ποιους άραγες και πότε;) είτε στην Όαση Σίουα, είτε ακόμη και στους βασιλικούς τάφους της Βεργίνας.
Εντούτοις, παρά τις προφορικές παραδόσεις των εποχών που ακολούθησαν (παραδόσεις που για τις κοινωνίες του προβιομηχανικού παρελθόντος είχαν την ίδια ισχύ και κύρος με τα δικά μας ρεπορτάζ και ιστορικά έργα), οι πληροφορίες των γραπτών αφηγηματικών πηγών συγκλίνουν—παρά τις κάποιες μεταξύ τους διαφοροποιήσεις για επιμέρους θέματα—στο ότι η σορός απετέθη στη γη της Αιγύπτου.
Κι αν όμως κείται ο Αλέξανδρος στην Αμφίπολη; Θα είναι απροσδόκητη χαρά για εμάς, που θα κατέρριπτε τη μαρτυρία των γραπτών πηγών, όσο και αιτία απερίγραπτης θλίψης για την αδελφή του γοργόνα. Κι αλίμονο στο ναυτικό που θα τη συναντήσει και θα της φέρει τα κακά μαντάτα του θανάτου του αγαπημένου της αδελφού.
from Lougantina-news http://ift.tt/1rFdXPU
via IFTTT
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου